Τεύκρος Σακελλαρόπουλος – Conceptual Cinematography

Ο Άνθρωπος του Τραίνου

Παρακολούθησα απόψε την ταινία του 1957, “Ο Άνθρωπος του Τραίνου”.  Την είχα δει πολύ παλιά και ήθελα να την προσέξω και πάλι. Ίσως είχα και την αίσθηση πως θα ήθελα να ήμουν εγώ ο άνθρωπος του τραίνου… και το εννοώ. Όχι ως φιγούρα (με τον Μιχάλη Νικολινάκο καμία σύγκριση ούτε στην ηλικία ούτε και στην εμφάνιση, όλα εις βάρος μου εννοείται), αλλά ως ιδέα είναι κάτι διαφορετικό.

Το πρώτο πράγμα, το οποίο παρατήρησα είναι πως διαδραματίζεται σε ένα καθόλου μέσο περιβάλλον της εποχής εκείνης.

Πολυτελής κατοικία κάπου στο Παλαιό Ψυχικό ή την Κηφισιά, αυτοκίνητα καμπριολέ (Αμερικάνικες κουρσάρες, όπως θα λέγαμε), παραμονή στο Μπούρτζι, όταν λειτουργούσε ως ξενοδοχείο… όλα αυτά μακράν απέχουν από το πώς διαβιούσε μία Ελληνική οικογένεια τη δεκαετία του 50. Προσέξτε! Δεν το γράφω ως μειονέκτημα, αλλά ως παρατήρηση,  εξ΄ άλλου δεν έχω πρόβλημα με τον πλούτο, κάθε άλλο.

Στην Επίδαυρο όμως, όπου η υψηλής τάξης παρέα μεταβαίνει για να παρακολουθήσει τη Μήδεια, βλέπουμε και φορτηγά στις καρότσες των οποίων ήταν στοιβαγμένοι απλοί άνθρωποι για να παρακολουθήσουν ΚΑΙ αυτοί την παράσταση!

Και τώρα οι συγκρούσεις…

Η κοπελίτσα, η οποία είδε με τα μάτια της να σκοτώνεται αυτός, τον οποίον αγάπησε κατά τη διάρκεια της Κατοχής είναι παντρεμένη πλέον με κάποιον αρκετά μεγαλύτερό της και μητέρα δύο παιδιών. Δεν διευκρινίζεται εδώ εάν η κοπέλα προερχόταν από πλουσία οικογένεια, αλλά μάλλον όχι. Ο πλούσιος άνδρας της αυτοχαρακτηρίζεται ως γέρος (με τα δεδομένα της εποχής).

Ένα σημείο, το οποίο δημιουργεί υπόνοιες, διότι δεν γνωρίζουμε περισσότερα για την ανάπτυξη της σχέσης τους. Πάντως τώρα είναι όλοι πλούσιοι.

Και όλα ανατρέπονται όταν ο εξαφανισμένος και υποτίθεται σκοτωμένος (από τους Γερμανούς) εμφανίζεται εντελώς τυχαία στο παράθυρο ενός τραίνου και κατόπιν σε όλη την πορεία της παρέας (τίποτα δεν συγκρίνεται με τις συμπτώσεις). Και προφανώς αναγνωρίζεται από την τότε φίλη του με την οποίαν είχαν ανταλλάξει αμοιβαίους όρκους πίστης και πως επρόκειτο να παντρευτούν με τη λήξη του πολέμου.

Οποία απογοήτευση για τον Νικολινάκο, όταν συναντά μετά από 14 χρόνια τον απόλυτο έρωτα της ζωής του παντρεμένη και με δυό παιδιά… Και η κοπέλα όμως είναι δικαιολογημένη διότι τον θεωρούσε νεκρό. Ο Γιάννης Μαρής εδώ δημιουργεί μία πλοκή, η οποία τους εξιλεώνει όλους.

Και στο τέλος το τεράστιο δίλημμα της επιλογής.

Η κοπέλα έχει αναστατωθεί τόσο από τη συνάντηση με τον αγαπημένο της και νοιώθει έτοιμη να εγκαταλείψει τα πάντα και να τον ακολουθήσει.

Μαντέψτε τι επέλεξε!

Να παραμείνει στην αγκαλιά του άντρα της! Υπάρχει και σκηνή τηλεφωνικής επικοινωνίας με τα παιδιά της για να ενισχύσει την απόφασή της (ή τον συμβιβασμό της).

Όλα αυτά πολύ ωραία! Ποιος κέρδισε τελικά;

Ο πλούσιος και ηλικιωμένος άντρας της!

Διότι οι αποφάσεις διαμορφώθηκαν από τις συμβατικές συνθήκες και όχι από τα πραγματικά θέλω. Ο ανεκπλήρωτος έρωτας και για τους δύο νέους μόνιμη πληγή στην καρδιά τους. Η κοπέλα με την πληγή μεν στην καρδιά της επιστρέφει στην όποια ζωή της ενώ ο Νικολινάκος ο μεγάλος χαμένος.

Δεν έφτασε που αγωνίστηκε για την πατρίδα του, χρόνια μετά σε στρατόπεδα συγκεντρώσεως και νοσοκομεία για να φύγει μόνος με τη βαλίτσα του στο χέρι.

Προτείνεις κάτι διαφορετικό Τεύκρο;

Και ναι και όχι… δεν έχει σημασία…

Αλλά δεν μπορώ να δεχτώ όλα αυτά τα ύπουλα μηνύματα, τα οποία διαχέονται υπογείως. Σε κάθε περίπτωση ωστόσο η ταινία είναι πολύ καλή, με θαυμάσια τοπία μιάς άλλης χαμένης (και αυτής, όπως ο Νικολινάκος) Ελλάδας.

Ανεβαίνω στο τραίνο…