Η λέξη ersatz (προφέρεται ερζάτς) είναι Γερμανική και σημαίνει υποκατάστατο. Ήταν η κύρια λέξη των Γερμανών κατά τη διάρκεια του Β΄ΠΠ, όταν πάρα πολλά βασικά είδη δεν ήταν διαθέσιμα λόγω του πολέμου και χρησιμοποιούνταν αντ΄ αυτών υποκατάστατα.
Ersatz υλικά ένδυσης (χαρτί αντί για μαλλί), ersatz τρόφιμα (κυρίως ο καφές), ersatz καύσιμα, ersatz φάρμακα, αλλά και ersatz ειδήσεις (fake news), ersatz ιδεολογία (ποια… “ιδεολογία” άραγε) και ΚΥΡΙΩΣ ersatz άνθρωποι…
Λαμπρό το μέλλον της λέξης αυτής και στην ersatz Ελληνική κοινωνία…