Τεύκρος Σακελλαρόπουλος – Conceptual Cinematography

Κάποτε στο Βελιγράδι

(Σειρά: Ταξιδιωτικές Εμπειρίες)

Όταν ήμουν φοιτητής αποφάσισα να επισκεφθώ τις χώρες του Ανατολικού Συνασπισμού. Ήταν εποχές Ψυχρού Πολέμου πριν την ολική κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης. Το ταξίδι για έναν δυτικό τότε δεν ήταν απλό. Είχα στο διαβατήριό μου και κάποιες σφραγίδες από άλλες χώρες όχι και τόσο αγαπητές σε αυτά τα κράτη και αυτό με δυσκόλευε ακόμα περισσότερο. Για χάρη μου μάλιστα στα σύνορα δύο φορές σταμάτησαν τα τραίνα (χα) με έβγαλαν έξω και οδηγήθηκα για… περαιτέρω έρευνα. Τώρα γελάω, τότε όμως δεν ήταν αστείο, αλλά πάντως διατήρησα την ψυχραιμία μου.

Ο βασικός σταθμός για την μετάβαση στον… άγνωστο κόσμο της Ευρωπαϊκής Ανατολής ήταν το Βελιγράδι, τότε πρωτεύουσα της Γιουγκοσλαβίας. Παρεμπιπτόντως από τότε μαγειρευόταν το ζήτημα των Σκοπίων και της ονοματολογίας.

Το Βελιγράδι μου φάνηκε πολύ βρώμικο. Παντού σκουπίδια και πολλοί περιπλανώμενοι. Γενικά το κλίμα ήταν ζοφερό. Φυσικά ταξίδευα με το τραίνο. Στα σύνορα φαινόταν και η μόνη θετική διαφορά. Από τα ντιζελοκίνητα δικά μας της μονής γραμμής στα ηλεκτροκίνητα της Γιουγκοσλαβίας με διπλή γραμμή.

Φτάνω στο Βελιγράδι το απόγευμα. Υποτίθεται το τραίνο, στο οποίο επρόκειτο να επιβιβαστώ θα έφευγε προς το βράδυ. Δεν ήταν ανταπόκριση. Στην παραζάλη γνωρίζω μία Ιαπωνέζα, η οποία και εκείνη θα πήγαινε στον ίδιο προορισμό με εμένα. Ενώσαμε δυνάμεις για να καταλάβουμε ποιο τραίνο ήταν για εμάς. Ωστόσο η Ιαπωνική τεχνολογία της SONY και η Ελληνική τεχνολογία του γαϊδουράγκαθου, το οποίο υπερήφανα εκπροσωπούσα απέτυχαν να εντοπίσουν το τραίνο! Μα πού πήγε επιτέλους;

Έφυγε! Έφυγε χωρίς εμάς!

Συνεννοηθήκαμε εν τέλει με κάποιον υπάλληλο του σταθμού και κάπως καταλάβαμε πως το επόμενο θα έφευγε την άλλη ημέρα νωρίς το πρωί και από ποια πλατφόρμα. Είχε νυχτώσει και ο σταθμός άλλαζε. Περίεργοι τύποι άρχισαν να κυκλοφορούν. Μία αίσθηση ανασφάλειας μας κατέλαβε, την κοπέλα και εμένα. Πώς θα περάσουμε τη νύχτα; Για ξενοδοχείο ούτε λόγος γινόταν. Εμείς δύο ξένοι σαν τις μύγες μέσα στο γάλα ξεχωρίζαμε ως τα εύκολα θύματα. Εγώ είμαι και μελαχρινός και κάπως ίσως θα τα κατάφερνα να κάνω τον… Κινέζο, αλλά η κοπέλα ήταν Ιαπωνέζα και να ήθελε να το παίξει… Κινέζα δεν θα μπορούσε.

Μετά από ένα συμβούλιο μεταξύ δύο εκπροσώπων κρατών με μεγάλη ιστορία, συμφωνήσαμε ότι… συμφωνούμε σε όλα και αποφασίσουμε να βρούμε τρία συνεχόμενα καθίσματα να καθίσουμε ένθεν κι ένθεν εμείς και τα πράγματά μας στη μέση, ώστε να τα προστατεύσουμε από τυχόν κλοπή.

Πράγματι εντοπίσαμε τρεις θέσεις κάπου και ξαπλώσαμε, τρόπος του λέγειν, να κοιμηθούμε γιατί είμαστε ζωντανά πτώματα και οι δύο. Μάλιστα σαν μαξιλάρια χρησιμοποιήσαμε τις τσάντες μας. Δεν θα υπήρχε χειρότερο πράγμα να τα χάσουμε. Χρήματα και έγγραφα τα είχαμε μέσα στις μπλούζες μας και κρεμασμένα από το λαιμό μας αλλά και δεμένα με ζώνες κλπ. Επιστήμη ολόκληρη.

Παρ΄ όλο το άβολο περιβάλλον και τη θέση μας γρήγορα μας πήρε ο ύπνος. Κάποια στιγμή άρχισα να νοιώθω κάπως περίεργα…. κάποια ενόχληση… Ξυπνώ και τι να δω; Ένας Γιουγκοσλάβος με πασπάτευε στα… (τέλος πάντων) επάνω από το παντελόνι, έχοντας χώσει και το μισό κεφάλι του ανάμεσα στο πόδια μου!  Έκπληκτος τον κοιτάζω, αυτός βέβαια αντέδρασε αμήχανα και σηκώθηκε και ακόμα θυμάμαι το πρόσωπό του και τι φορούσε.

Ένας ξερακιανός, αναψοκοκκινισμένος, κάθιδρος από την διέγερση, με ένα λευκό πουκάμισο με πράσινα φύλλα και λινό φτηνό παντελόνι γκρι με καφέ ζώνη. Μου χαμογέλασε σα να μου έλεγε, εντάξει δεν έγινε και τίποτα και σηκώθηκε και έφυγε. Τα μάτια ενός φτηνού και αδίστακτου τύπου κυριευμένου από αρρωστημένο πάθος. Τότε πρόσεξα και τα παπούτσια του, παντοφλέ μαύρα χωρίς κάλτσες. Και όλα αυτά μέσα σε έναν δημόσιο χώρο με κίνηση και κάποιο κόσμο, λίγο λόγω της ώρας ωστόσο.

Η Ιαπωνέζα δεν είχε πάρει χαμπάρι τίποτα και κοιμόταν τον ύπνο του δικαίου. Που να κοιμηθώ εγώ μετά από αυτό; Θα ήταν 2:00-2:30 ξημερώματα και μέχρι τις 6:00 ή 7:00 το πρωί τι θα έκανα; Άσε που έπρεπε ΚΥΡΙΩΣ να φυλάω και τον… εκτός από τα πράγματα.

Αλλά το χειρότερο ήταν πως ο τύπος φορούσε μία πολύ βαριά κολόνια, η οποία ποτίστηκε στα ρούχα μου και επειδή τη συνδύασα με το γεγονός αυτό η μυρωδιά της μου προκαλούσε αηδία. Τη μύριζα συνεχώς μέχρι τη στιγμή όπου έφτασα στον προορισμό μου και έβγαλα τα ρούχα μου, έκανα μπάνιο, απολύτως ανακουφιστικό και έπλυνα και τα ρούχα μου μέχρι να φύγει και το τελευταίο ίχνος οσμής.

Παρ΄ όλη την πατίνα του χρόνου, η οποία εξομαλύνει τις εμπειρίες είχα την αίσθηση του βιασμού και συνειδητοποίησα πως θα πρέπει εμείς οι άνδρες να ερχόμαστε στη θέση μιας γυναίκας, κάτι το οποίο δεν ξέχασα ποτέ μου. Τα μάτια του, γαλανά παρεμπιπτόντως με σημάδεψαν και ήταν το έναυσμα να διεισδύω και να ερμηνεύω στο πρόσωπο κάθε ανθρώπου αυτό, το οποίο δεν φαίνεται στην όψη του καθρέφτη αλλά πίσω από το υπόστρωμά του.

Και από τότε ποτέ δεν ξανακοίταξα έναν νυχτερινό σταθμό με τον ίδιο τρόπο…

(Βελιγράδι, το καλοκαίρι των σκιών).