Αυτό το άκουσα σήμερα να το λέει μία μεγάλη γυναίκα στο παιδί ή εγγόνι της, δεν πρόσεξα, διότι πέρασε φευγαλέα από δίπλα μου. Ούτε το λόγο για τον οποίον ειπώθηκε. Και για να είμαι ειλικρινής ούτε κατάλαβα το νόημα αυτής της φράσης.
Κάπως μοιρολατρικά μου ακούγεται αυτό. Δηλαδή η ζωή έχει ή δεν έχει και εσύ θα περιμένεις πότε θα έχει για να λάβεις και όταν δεν έχει να δώσεις; Και σε τι ακριβώς αναφέρεται αυτή φράση; Σε υλικά αγαθά ή και σε άλλα;
Γενικά η Ελληνική κοινωνία, όσο έχω καταφέρει να την κατανοήσω (δεν την έχω ούτε στο ελάχιστο, αλλά λέμε τώρα), εξιδανικεύει τη φτώχεια γενικώς, επιδιώκοντας ταυτοχρόνως τον πλούτο (μάλλον τα χρήματα). Όταν αποκτήσει τα δεύτερα δεν χαλιναγωγείται και η αφροσύνη και αμοραλισμός κυριαρχούν.
Το προηγούμενο αναφέρεται σε υλικά αγαθά και θεωρώ πως για αυτά ειπώθηκε με αφορμή κάτι, το οποίο συνέβη εκείνη την ώρα στη λαϊκή. Στη λαϊκή, όπως έχω γράψει και στο παρελθόν ακούς πάρα πολλά “σοφά” αλλά και μη σοφά. Αποτυπώνεται η επικρατούσα νοοτροπία και επειδή υποτίθεται πως η λαϊκή είναι για τα πιο φτωχά κοινωνικά στρώματα δεν νομίζω πως θα ακούσεις κάτι διαφορετικό.
Ωστόσο προσωπικά θα επιθυμούσα να αναφερόταν σε ευρύτερα πλαίσια (και ίσως αυτό να εννοούσε η κυρία). Πως όταν η ζωή σου προσφέρει ευκαιρίες, αγάπη, χαρές ή ακόμα και βοήθεια από άλλους, είναι σημαντικό να επιτρέπεις στον εαυτό σου να τις αποδέχεται. Δεν είναι υγιές ή αναγκαίο να δίνεις συνεχώς χωρίς να δέχεσαι τίποτα σε αντάλλαγμα. Η αληθινή ισορροπία έγκειται στο αμοιβαίο μοίρασμα — όχι μόνο στο να προσφέρεις απλόχερα, αλλά και στο να δέχεσαι με ευγνωμοσύνη.
Όπως και να έχει το ζήτημα ήταν μια καλή αφορμή για σκέψη, η οποία γειώθηκε προχωρώντας δυο βήματα παρακάτω και ακούγοντας να συζητούν δύο πωλητές:
“Τι; Της είπε να σκύψει”;
“Όχι, εγώ θα της το έλεγα”,
σχολιάζοντας περιπαικτικά κάποια πελάτισσα με σαφή υπονοούμενα!