Κορωνοϊο-Ρομά

Σήμερα το πρωί έπρεπε να μεταβώ αναγκαστικά στο κέντρο της Πάτρας. Ετοιμάστηκα, έστειλα SMS, έγγραφα κλπ και με σβελτάδα για να μην εκθέσω ενδεχομένως άλλους σε κίνδυνο, εάν φέρω τον ιό και δεν το γνωρίζω και με εφαρμογή των ενδεδειγμένων μέτρων το έπραξα. Η εικόνα ήταν πολύ θετική, νομίζω πως όντως υπάρχει πολύ καλή ανταπόκριση και ένοιωσα μία μεγάλη ικανοποίηση.

Στην επιστροφή πέρασα από την πλατεία Ελευθερίας. Για όσες/ους δεν είναι από Πάτρα, η πλατεία αυτή κάποτε ήταν ταυτόχρονα ένα στολίδι και ένα έμβλημα. Είναι στο κέντρο της συνοικίας των προσφυγικών, βλέπετε οι συμφορές ούτε μετά από έναν αιώνα δεν λησμονιούνται.

Τα τελευταία χρόνια όμως έχει υποβαθμιστεί σε πολύ μεγάλο βαθμό και παρουσιάζει μία εικόνα εγκατάλειψης αλλά και παραβατικότητας. Με τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου τα προσφυγικά σπίτια, αυτά τα κλασσικά γκριζωπά διώροφα με κοινόχρηστες εισόδους έπαψαν να είναι επιθυμητά και οι ιδιοκτήτες τους, απόγονοι προσφύγων του ‘22 τα εγκατέλειψαν. Μάλλον τα ενοικίασαν σε οικογένειες Ρομά, οι οποίες προφανώς θεώρησαν πως θα βελτίωναν κατά πολύ τις δικές τους συνθήκες. Και ορθά το θεώρησαν. Από σκηνές και πλάνητες μέσα σε κατοικίες.

Το πρωί λοιπόν περνώντας από εκεί είδα μία ομάδα μάλλον οικογένεια Ρομά να είναι συγκεντρωμένοι ο ένας δίπλα στον άλλον, όχι πάντως περισσότεροι από δέκα (πρόλαβα και τους μέτρησα, χα!), ενώ δυό πιτσιρίκια με τα ποδήλατά τους έκαναν γύρους στον άδειο δρόμο. Ούτε λόγος να γίνεται για μέτρα προστασίας από την μετάδοση του ιού.

Δυστυχώς η βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης τους,  δεν ακολουθήθηκε και από την ανάλογη συμπεριφορά και δεν είχε αντίκτυπο στο μορφωτικό επίπεδο και την παιδεία. Και οι συνήθειες των πλάνητων ανθρώπων και της ζωής τους μεταφέρθηκαν και εγκαταστάθηκαν σε σταθερά οικήματα.

Δεν χρειάζεται να σας αναλύσω πως εκεί λειτουργεί μία υγειονομική ωρολογιακή βόμβα, διότι καθημερινά τους βλέπω ανά ομάδες να περιφέρονται το ίδιο λίγο-πολύ όπως και πριν την απαγόρευση. Και γνωρίζω πως και από έναν ακόμα μπορεί να ανατραπεί ολόκληρος ο σχεδιασμός αντιμετώπισης της πανδημίας.

Τι πρέπει να κάνουμε λοιπόν; Να τους… αφανίσουμε;

Όχι βέβαια και πολύ μακράν απέχω από τις αηδιαστικές χιτλερικές μεθόδους.

ΝΑ ΜΑΘΟΥΜΕ!

Να μάθουμε πως οι Ρομά είναι τώρα απείθαρχοι, διότι η κοινωνία (όλοι εμείς) και η πολιτεία δεν ασχολήθηκε ποτέ σοβαρά μαζί τους. Δεν τους επιβλήθηκε να τους βελτιώσει, απλά τους ανέχτηκε. Ανέχτηκε την επαιτεία και την πορνεία των ανηλίκων τέκνων τους, τις πολλαπλές δηλώσεις παιδιών (έτυχε στο δημαρχείο μία ημέρα να ακούσω μία Ρομά να μην γνωρίζει το όνομα του… δήθεν παιδιού της, το οποίο ήλθε να δηλώσει), να μην τηρείται η υποχρέωση της εκπαίδευσης και προφανώς της ανάλογης αντιμετώπισης όλων μας (συμπεριλαμβανομένου και τον εαυτού μου φυσικά), διότι η βρωμιά και η αξεστοσύνη πάντα ασυνείδητα απωθούν.

Και πάντα σε μία κοινωνία ο πλέον αδύναμος κρίκος είναι αυτός, τον οποίον έχεις “φτύσει” ή απορρίψει (με οποιονδήποτε τρόπο). Στην κρίσιμη στιγμή θα διαπιστώσεις πως το κλειδί είναι ακριβώς αυτός ο κρίκος. Και με έναν αξιοζήλευτα συνεπή τρόπο το ίδιο ισχύει και στις προσωπικές σχέσεις και στη ζωή. Αλλά τότε είναι αργά. Πολύ αργά. Διότι απλούστατα δεν έχεις πλέον το επάνω χέρι. Όσοι περιορισμοί και να τεθούν, όσα μέτρα και να ληφθούν τώρα πια είναι “πολύ αργά για δάκρυα Στέλλα”.

Θα κλείσω ωστόσο με κάτι, το οποίο μου έλεγε ο πατέρας μου. Ο στυγνός δικτάτωρ της Ρουμανίας Νικολάε Τσαουσέσκου στο πρόγραμμα αναμόρφωσης της κοινωνίας, (όπως νόμιζε ο ίδιος βέβαια το πρόγραμμα αυτό) κατασκεύασε χωριά με σκοπό την υποχρεωτική παραμονή του μεγάλου πληθυσμού των νομάδων Ρομά εκεί. Επίσης τους επέβαλε εργασία σε εργοστάσια και τους παρείχε και διαμερίσματα σε πολυκατοικίες, τις οποίες επίσης κατασκεύασε για αυτόν το σκοπό.

Οι νομάδες Ρομά αναγκαστικά παρέλαβαν τα σπίτια του και τις πολυκατοικίες και κατόπιν έστησαν… σκηνές και έμεναν έξω! Με την πτώση του δε όλα αυτά έγιναν σκόνη. Η παιδεία μπορεί να αλλάξει τον άνθρωπο τα κτίρια όμως όχι.

Σημ. Δεν γνωρίζω και πιθανόν να αδικώ συνανθρώπους μας, οι οποίοι να ασχολήθηκαν μέσω της κοινωνικής πρόνοιας με αυτό το ζήτημα.