Ανατρέχοντας στο φωτογραφικό μου αρχείο από την αποκατάσταση ενός διατηρητέου, έπεσα πάνω σε μερικές εικόνες που δεν θυμόμουν ότι είχα. Κι όμως, ήταν εκεί. Ήρεμες, αθόρυβες, σαν να περίμεναν την κατάλληλη στιγμή για να ξαναμιλήσουν.
Εικόνες με έναν σπουδαίο Άνθρωπο, Καλλιτέχνη και Αρχιτέκτονα — όλα με κεφαλαία, γιατί αλλιώς δεν γράφονται.
Με τον Στάθη Χρυσικόπουλο είχαμε μια δική μας γλώσσα. Δύο λέξεις μόνο: “γιατρέ μου” και “νιάου”. Το πρώτο ήταν απλό. Ο μηχανικός είναι ο γιατρός των κτηρίων· τα συμπτώματα, οι παθήσεις, οι θεραπείες — όλα ίδια. Το δεύτερο όμως; Το «νιάου»;
Οι φωτογραφίες απαντούν καλύτερα από εμένα.
Ο Στάθης, σκαρφαλωμένος στα κεραμίδια, αποτυπώνει μια πολύπλοκη στέγη με την άνεση και την ισορροπία μιας γάτας που ξέρει ακριβώς πού πατά. Δεν κοιτάζει τον φακό. Δεν ποζάρει. Είναι απλώς εκεί — στο φυσικό του περιβάλλον. Αθόρυβος. Ακριβής. Κομψός. Ένας άνθρωπος που δεν χρειαζόταν ποτέ να εξηγήσει τι κάνει. Το έκανε.
Και τότε κατάλαβα γιατί λέγαμε “νιάου”. Όχι επειδή ανέβαινε στα κεραμίδια. Αλλά επειδή είχε εκείνη τη σπάνια χάρη των ανθρώπων που κινούνται στον κόσμο χωρίς θόρυβο, χωρίς επίδειξη, χωρίς φόβο ύψους — κυριολεκτικού ή μεταφορικού.
Α, ρε γιατρέ μου… έφυγες νωρίς (10 Φεβρουαρίου 2023). Κι όμως, σε κάτι τέτοιες στιγμές, όταν ανοίγω παλιές φωτογραφίες και ξανακούω τις σιωπές τους, νομίζω πως απαντάς ακόμη.
Νιάααααααααααααου.