Θαλάσσια Κύματα Βαρύτητας (Τσουνάμι) του Κορινθιακού

Ίσως δεν είναι και η καταλληλότερη εποχή αλλά καλό θα είναι να γνωρίζουμε μερικά πράγματα για έναν εν δυνάμει φυσικό κίνδυνο. Οι βόρειες ακτές της Κρήτης και οι ακτές του Κορινθιακού ειδικά από την πλευρά της Πελοποννήσου είναι οι πλέον επικίνδυνες περιοχές εκδήλωσης θαλασσίων βαρυτικών κυμάτων (τσουνάμι) στην Ελλάδα. Η Πελοπόννησος εάν δεν το γνωρίζετε είναι μετά την Ιαπωνία η δεύτερη πλέον σεισμογενής περιοχή στην Ευρασιατική Ήπειρο.

Ενώ οι ακτές στην Βόρεια Κρήτη κινδυνεύουν από την έντονη σεισμική δράση του Νοτίου Αιγαίου και του πάντοτε ενεργού ηφαιστείου της Σαντορίνης (αφού είναι ακάλυπτες και ανοιχτές στο πέλαγος) στον Κορινθιακό τα πράγματα είναι λίγο περισσότερο περίπλοκα.

Ο Κορινθιακός, εκτός του ότι σεισμικά είναι πολύ ενεργός παρουσιάζει και μία ιδιομορφία. Είναι πολύ απότομος στις ακτές του και επιπλέον επειδή εκβάλλουν αρκετά ποτάμια από την Πελοπόννησο δημιουργούνται ιζηματογενείς ασταθείς στρώσεις, οι οποίες είτε από σεισμό είτε από άλλη αιτία ενδέχεται να υποχωρήσουν και να βυθιστούν στη θάλασσα προκαλώντας και το αντίστοιχο τσουνάμι.

Η υποχώρηση των ιζημάτων εκτός από τις σεισμικές αιτίες μπορεί να προκληθεί και από έντονες βροχοπτώσεις. Στις 7 Φεβρουαρίου του 1963 στις εκβολές του Ερινεού ποταμού μεταξύ Ψαθοπύργου και Αιγίου και μετά από έναν εξαιρετικά βροχερό χειμώνα (240% περισσότερο από το κανονικό) χαλάρωσαν τα ιζηματογενή εδάφη και καταποντίστηκε ένα τμήμα στην θάλασσα, ενώ δημιουργήθηκε και θαλάσσιο βαρυτικό κύμα (τσουνάμι) μεγίστου ύψους 6 μέτρων, το οποίο εισήλθε πολλές εκατοντάδες μέτρα στην ακτή. Στις αεροφωτογραφίες του 1960 και του 1963 διακρίνεται χαρακτηριστικά αυτή η κατολίσθηση.

Υπήρξαν και δύο θάνατοι και φυσικά πάρα πολλές καταστροφές. Συνέβη στις 9:28 μμ και το τσουνάμι έπληξε και την περιοχή μεταξύ των οικισμών Μοναστηράκι και Ντουβιά στις ακτές στης Στερεάς. Ακολουθήθηκε από έναν εντονότατο ήχο σαν αεριωθούμενο.

Αυτά δυστυχώς σκεφτόμουν προχθές βλέποντας τις ακτές με τις υπέροχες προεξοχές, οι οποίες όμως είναι ιζηματογενείς εναποθέσεις. Η αρχαία Ελίκη ήταν χτισμένη σε μία ανάλογη προεξοχή και χάθηκε. Χαρακτηριστικά ένας οικισμός της περιοχής ονομάζεται Άβυθος, καταλαβαίνετε το γιατί.

Το πνεύμα του άρθρου μου είναι πως οφείλουμε να έχουμε γνώση αυτών των φαινομένων και ως μηχανικοί τουλάχιστον να σκεφτόμαστε μία διαφορετική χωροταξία και τεχνικές λύσεις στα έργα μας, ώστε να ελαχιστοποιούνται οι συνέπειες από αυτά τα σπάνια μεν αλλά και όχι απίθανα ενδεχόμενα.

Όλες οι πληροφορίες έχουν αντληθεί από άρθρο του γεωφυσικού Δρος Γ. Α Παπαδόπουλου καθώς και από προσωπικές μου συζητήσεις, τις οποίες συνέλεξα στο παρελθόν από αυτόπτες μάρτυρες.