Μαθήματα από τον Βράχο και την καθημερινότητα.
Να διευκρινίσω αρχικά πως με τον όρο “επένδυση” θα πρέπει να εννοούμε οτιδήποτε αποδίδει ανεξαρτήτως ποσού ή και αντικειμένου. Επενδύουμε σε μία σχέση, σε ανθρώπους, το όποιο κεφάλαιό μας, την εργασία μας, τις ικανότητές μας. Γενικά “επενδύουμε” εκεί όπου προσδοκούμε όφελος ή κέρδος.
Συνεπώς ας ξεχάσουμε τις μεγάλες βιομηχανίες ή τα πετρελαιοφόρα και ας δούμε με το λίγο, το οποίο διαθέτουμε τι κάνουμε.
Προηγουμένως ωστόσο θα ήθελα να εστιάσω σε δύο αγαπημένα μου παραδείγματα:
Το πρώτο αφορά τις τάσεις κάθε εποχής. Για να είμαι ακριβής, στους μετασχηματισμούς της. Τέλη του 19ου αιώνα πραγματοποιήθηκε η μετάβαση από τα πανιά στις μηχανές. Αυτό αφορά τη ναυτιλία. Όσοι επένδυσαν σε ιστιοφόρα… έχασαν. Δεν αντελήφθησαν τις μεταβολές στον τρόπο των θαλασσίων μεταφορών. Προσέξτε! Όχι στις μεταφορές αλλά στον τρόπο με τον οποίον αυτές διενεργούνταν.
Το δεύτερο αφορά τη Μονεμβασία. Εάν δεν την έχετε επισκεφθεί προγραμματίστε το. Στο βράχο της Μονεμβασιάς τα ανάκτορα και τα πλούσια κτήρια ήταν κτισμένα στην κορυφή του, σε ένα πλάτωμα δηλαδή. Τα φτωχά ήταν κτισμένα στην πλαγιά του βράχου. Τούτο, διότι οι πλούσιοι αισθάνονταν ασφάλεια λόγω της δυσκολίας πρόσβασης. Ωστόσο ποια η ειρωνεία; Τίποτα από τα πρώτα δεν σώζεται σήμερα, ενώ τα παραγκωνισμένα και στρυμωγμένα λειτουργούν ακόμα και μάλιστα αποδίδουν και πολύ καλά κέρδη, λόγω της σπουδαιότητας και ομορφιάς του χώρου.
Τα προηγούμενα παραδείγματα δεν τα επέλεξα τυχαία. Διδάσκουν, το μεν πρώτο, πως η μη αντίληψη των μεταβολών, οι οποίες επέρχονται και ίσως είναι δυνατόν να προβλέψεις είναι καίριας σημασίας αστοχία, το δε δεύτερο πως εκεί όπου επιλέγεται η ασφάλεια ίσως ελλοχεύει και ο μεγαλύτερος κίνδυνος.
Τι σχέση όμως μπορεί να έχουν όλα αυτά με μία συγκεκριμένη και δύσκολη πραγματικότητα στην Ελλάδα;
Πολύ μεγάλη!
Ο κάθε ένας μας, ανάλογα με τις εμπειρίες του και το γνωστικό του αντικείμενο θα πρέπει να μπορεί να αντιληφθεί τις τάσεις, εάν επιθυμεί να εισέλθει στον επενδυτικό χώρο. Και αφού τις αντιληφθεί να στοχεύσει εκεί όπου φαίνεται η αδυναμία τους.
Πριν από κάποια χρόνια θυμάμαι πως στην Αθήνα άνοιξε ένα κατάστημα εστίασης με ένα μόνο είδος φαγητού: τα γεμιστά! Ήταν (και μπορεί ακόμα να λειτουργεί) ένα… νομισματοκοπείο!
Οι εμπνευστές και ιδιοκτήτες εντόπισαν την ανάγκη σε γεύματα, λόγω των νέων εργασιακών συνθηκών (το πρώτο) και εστίασαν σε αυτό, το οποίο γνώριζαν καλύτερα: στα γεμιστά (το δεύτερο). Και το τονίζω αυτό, διότι δεν επένδυσαν στον πλούτο αλλά στο φτωχότερο και ταπεινότερο γεύμα.
Στην Ελλάδα δεν λείπουν οι ευκαιρίες· λείπουν τα μάτια που τις βλέπουν.
Απέχετε, λοιπόν, τόσο πολύ από το να γίνετε οι επενδυτές του αύριο;