Στις αρχές της κρίσης — τότε που όλοι παρίσταναν πως «δεν θα κρατήσει πολύ» — συναντώ έναν γείτονα, παλιό, βαρύ, από αυτούς που έχουν δει αρκετά για να μη χρειάζονται ειδήσεις. Με κοιτάζει και λέει: «Θα πεινάσουμε.»
Δεν κατάλαβα. Ή μάλλον: δεν ήθελα να καταλάβω. Χρόνια μετά, όταν η χώρα είχε γίνει εργαστήριο φτωχοποίησης και μεταφοράς περιουσιών, συνειδητοποίησα ότι ο άνθρωπος δεν έκανε πρόβλεψη. Έκανε διάγνωση. Όχι της οικονομίας — της νοοτροπίας μας.
Γιατί αυτό που εγώ δεν έβλεπα, εκείνος το ήξερε: ότι στην Ελλάδα δεν ξεκινάμε μάχη· ξεκινάμε ήττα. Και μετά απλώς περιμένουμε την επιβεβαίωση.
Έκτοτε παρατηρώ κάτι σχεδόν κωμικοτραγικό: μια ολόκληρη κοινωνία που ψάχνει αφορμές για δυστυχία. Όχι επειδή η ζωή είναι δύσκολη — αυτό είναι δεδομένο. Αλλά επειδή η δυστυχία λειτουργεί σαν άλλοθι. Σαν ζεστή κουβέρτα που σκεπάζει την ευθύνη.
Και το πιο παράδοξο; Οι δυστυχιο‑κυνηγοί είναι συνήθως εκείνοι που έχουν τους λιγότερους λόγους να δυστυχούν. Είναι επαγγελματίες της μιζέριας. Ερασιτέχνες της συνωμοσίας. Λάτρεις του «κάτι κρύβεται». Και φυσικά, μεταδοτικοί — γιατί η δυστυχία, όπως και ο φόβος, θέλει κοινό.
Οι πραγματικά βασανισμένοι άνθρωποι μιλούν λίγο. Και όταν μιλούν, έχουν πάντα μια καλή κουβέντα. Ίσως επειδή ξέρουν ότι η ζωή δεν χρειάζεται βοήθεια για να γίνει δύσκολη.
Αλλά η δημόσια αφήγηση, η τηλεοπτική ανάλυση, το καφενείο, το timeline… όλα παίζουν την ίδια κασέτα: «Δυστυχείτε. Είναι ο ρόλος σας.»
Και όσο εσύ πείθεσαι ότι δεν μπορείς, κάποιος άλλος — πιο ήσυχος, πιο ψύχραιμος, πιο αποφασισμένος — προχωρά. Γιατί η αγορά, η ζωή, η ιστορία… δεν έχουν κενά. Αν εσύ κάνεις πίσω, κάποιος άλλος κάνει μπροστά.
Και τότε καταλαβαίνεις το απλό, το ωμό, το αληθινό:
Η δική σου απογοήτευση είναι το κέρδος κάποιου άλλου. Και το μόνο που μένει να αποφασίσεις είναι αν θα συνεχίσεις να τους το χαρίζεις.