Μην Τσιγκουνεύεστε μια Καληνύχτα (ή Καλημέρα)…

Σκεφτόμουν εάν έπρεπε να το γράψω αυτό. Χθες αργά το βράδυ όταν επέστρεψα θέλησα να δω, όπως πάντα τις ειδήσεις, τοπικές και μη. Και νάσου μία είδηση, η οποία δεν με υποψίασε στην αρχή, αλλά μετά με κεραυνοβόλησε. Δεν το κατάλαβα από την ζαλάδα της ημέρας και νόμισα πως έπεσε ένας τοίχος. Αλλά επρόκειτο για ένα θανατηφόρο και συνάμα τραγικό δυστύχημα.

Ο Βασίλης Ηλιόπουλος ήταν πολύ γνωστός μου λόγω του αντικειμένου του (χωματουργός). Παιδιά ήταν ένας θαυμάσιος άνθρωπος. Και δεν αναφέρομαι στο εργασιακό κομμάτι, το οποίο είναι δεδομένο, διότι ήταν εξαίρετος. Ο Βασίλης ήταν γλυκύτατος άνθρωπος και επειδή γνωριζόμαστε και οικογενειακά η κεραμίδα μου ήρθε με υπερηχητική ταχύτητα στο κεφάλι.

Σήμερα δεν άντεξα να παρακολουθήσω την εξόδιο ακολουθία. Ντρέπομαι, το παραδέχομαι δεν είχα την αντοχή αυτή. Βλέπετε τα δύο τελευταία χρόνια είχα σοβαρότατες απώλειες και εφέτος το καλοκαίρι επίσης, αλλά δεν ήθελα να αναφερθώ καθόλου στις συγκεκριμένες τελευταίες (και δεν το έπραξα).

Ξάπλωσα με βαριά καρδιά και ό,τι χειρότερο όνειρο, αυτό έβλεπα. Και στις δύο γίνεται και ο σεισμός. Σηκώθηκα παραπατώντας και δεν γνώριζα τι συνέβαινε. Εγώ μετακινούμαι, το σπίτι πηγαίνει βόλτα…

Και σκεφτόμουν, γιατί μετά ξανακοιμήθηκα συνεχίζοντας να βλέπω ακόμα χειρότερα όνειρα:

Λες μια καλημέρα το πρωί, μια καληνύχτα το βράδυ. Ωραία. Την λες τυπικά. Όπως τυπικά (κατά μία έννοια) και με πολύ αγάπη, θα ειπώθηκε από τα παιδιά και τη γυναίκα του Βασίλη. Και η ημέρα για τον Βασίλη ΔΕΝ ολοκληρώθηκε.

Λες μια καληνύχτα (τυπικά και αυτή). Και η χθεσινή νύχτα θα μπορούσε να ΜΗΝ είχε ολοκληρωθεί για εμένα, για εσένα, για πόσους…

Και μετά την τσιγκουνεύεσαι μήπως και πέσει η μύτη σου ή δεν γνωρίζω κι εγώ τι άλλο.

Κ α λ η ν ύ χ τ α Σας!