Γιατί οι Παρατάσεις;

Είναι κοινό μυστικό. Στην Ελλάδα μας αρέσουν πάρα πολύ οι παρατάσεις. Και ο μεγαλύτερος όγκος μιας δουλειάς γίνεται κυρίως μετά τη λήξη της κανονικής προθεσμίας και μέσα στην παράταση. Γιατί;

Όταν κάποτε ξεκίνησα την πρώτη μου δραστηριότητα είχα ένα (όπως αποδείχθηκε) βίτσιο. Ήθελα κάθε εργασία να ολοκληρώνεται asap (να το γράψω με το διεθνές αρκτικόλεξο, as soon as possible, κοινώς το συντομότερο δυνατόν). Και όσο αυτή ΔΕΝ ολοκληρωνόταν είχα ένα σημαντικό άγχος, το οποίο έφευγε μόλις αυτό συνέβαινε.

Λειτουργούσα με μία “σειριακού” τύπου λογική, το ένα μετά το άλλο. Ξαφνικά όμως, όσο άρχιζαν οι δουλειές να πληθύνονται άρχισαν ΚΑΙ οι εκκρεμότητες να συσσωρεύονται. Εν τω μεταξύ πολλές συσχετίζονταν. Εάν δεν ολοκληρωνόταν η μία δεν μπορούσε να διεκπεραιωθεί κάποια άλλη. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να πολλαπλασιαστεί υπέρμετρα και το άγχος μου.

Πλέον δε ζούσα. Ήμουν σε μία συνεχή… εκκρεμότητα. Οι εκκρεμότητες όχι μόνον δεν μειώνονταν αλλά συνεχώς προστίθεντο νέες. Η γνωστή βραδύτης πολλών υπηρεσιών σε σχέση με την παθητικότητα της κοινωνίας και την παθολογική αγάπη της στις αναβολές, τις καθυστερήσεις, τις… οτιδήποτε με οδήγησε στο σκεπτικό πως ήταν αδύνατον να λειτουργήσω εάν δεν προσαρμοζόμουν (προς το πολύ χειρότερο). Και προσαρμόστηκα εις βάρος όμως αυτού, το οποίο θεωρούσα ποιότητα. Προσαρμογή επιβίωσης ήταν και όχι ευελιξία.

Έκτοτε παρ΄ όλο που αυτό ποτέ μου δεν το αποδέχτηκα αναγκάστηκα να λειτουργώ κι εγώ με την λογική των παρατάσεων και των άπειρων… εκκρεμοτήτων!

Οι παρατάσεις λοιπόν υπάρχουν διότι υπάρχουν πάρα πολλές εκκρεμότητες. Και επειδή οι τελευταίες δεν είναι εύκολα διαχειρίσιμες ο καλύτερος τρόπος είναι να ωθούνται στο απροσδιόριστο μέλλον. Και όσο ωθούνται τόσο πολλαπλασιάζονται.

Όπως λέμε “δείξε μου το φίλο σου να σου πω ποιος είσαι”, θα έλεγα “δείξε μου τις παρατάσεις σου να σου πω τι κοινωνία είσαι”. Περισσότερες παρατάσεις, περισσότερες εκκρεμότητες, πολύ λιγότερη δράση και η φθίνουσα πορεία είναι το μόνο δεδομένο.

Ζωή με παρατάσεις, ζωή με εκκρεμότητες, ζωή χωρίς πρόοδο. Ας ζητήσουμε μία… παράταση!