Προχθές ήμουν στο Ναύπλιο. Και κάθε φορά που πηγαίνω εκεί έχω την ίδια εντύπωση: είναι μια ερωτική πόλη. Όχι απλώς όμορφη. Ερωτική.
Ίσως φταίνε τα στενά, η θάλασσα, τα παλιά σπίτια, τα μπαλκόνια, το φως. Ίσως πάλι να φταίει και κάτι βαθύτερο. Διότι το Ναύπλιο έχει μια παράξενη σχέση με τον έρωτα ήδη από τη μυθολογία του. Και όχι με τον αγνό, τον αθώο και τον καθωσπρέπει έρωτα.
Με τον άλλον. Τον επικίνδυνο.
Ο Ναύπλιος, πατέρας του Παλαμήδη, δεν συγχώρησε ποτέ τους Έλληνες για τον άδικο θάνατο του γιου του στην Τροία. Και όταν δεν βρήκε δικαιοσύνη, αποφάσισε να εκδικηθεί με τον δικό του τρόπο.
Άρχισε, λέει ο μύθος, να πείθει τις γυναίκες των Αχαιών που πολεμούσαν στην Τροία ότι οι άνδρες τους δεν θα επέστρεφαν ή ότι τις είχαν ήδη προδώσει. Και κάπου εκεί άρχισαν τα… προβλήματα. Οι άνδρες πολεμούσαν δέκα χρόνια στην Τροία και στο μεταξύ κάποιοι άλλοι φρόντιζαν να μη βαριούνται οι γυναίκες τους.
Δεν ξέρω εάν αυτό κάνει το Ναύπλιο την πρώτη ερωτική πόλη της Ελλάδας, αλλά οπωσδήποτε της δίνει ένα ενδιαφέρον πλεονέκτημα απέναντι στον ανταγωνισμό.
Βέβαια ο Ναύπλιος δεν περιορίστηκε σε αυτά. Όταν οι Αχαιοί επέστρεφαν από την Τροία, άναψε παραπλανητικές φωτιές στον Καφηρέα και αρκετά πλοία οδηγήθηκαν στα βράχια. Ο άνθρωπος ήταν συνεπής. Πρώτα τους χάλασε τους γάμους και μετά τους βύθισε και τα καράβια.
Και σήμερα, τόσους αιώνες μετά, το Ναύπλιο θεωρείται από τις πιο ρομαντικές πόλεις της Ελλάδας. Καθόλου παράξενο. Γιατί ο έρωτας ποτέ δεν ήταν μόνο λουλούδια, ηλιοβασιλέματα και τραπεζάκια για δύο.
Ήταν πάντα και αναμονή. Και απουσία. Και προδοσία. Και εκδίκηση. Και κυρίως εκείνη η επικίνδυνη βεβαιότητα ότι όταν επιστρέψεις, θα βρεις τα πράγματα όπως τα άφησες.
Στο Ναύπλιο, πάντως, καλό είναι να μην είσαι και τόσο βέβαιος.