100.000 Χρυσές Λίρες

Διαβάζω για τον Μπενίτο Μουσσολίνι –και μεταφέρω αυτολεξεί- … “Τον Νοέμβριον 1914 όμως εγκαταλείψας το Αβάντι (εννοεί εφημερίδα), ίδρυσε την εφημερίδα Πόπολο ντ΄ Ιτάλια (Λαός της Ιταλίας) και ετάχθη υπέρ της εξόδου της χώρας παρά το πλευρόν της Αντάντ, προκαλέσας δριμυτάτην κριτικήν εναντίον του” και αμέσως σκέφτομαι και συγκρίνω…

Το 1914 ο Μουσσολίνι ήταν μόλις 31 ετών με έντονη ταραχοποιό και αμφιλεγόμενη δράση, αλλά και με ελάχιστους οικονομικούς πόρους. Τουλάχιστον το τελευταίο το γνωρίζω πολύ καλά.

Και ξαφνικά δύο τρεις λέξεις (“ίδρυσε την εφημερίδα”) με κάνουν να αισθάνομαι αν μη τι άλλο εντελώς άχρηστος και ανίκανος. Και επειδή το ατελές ανθρώπινο μυαλό διαθέτει μία αυτοματοποιημένη ανάδραση σύγκρισης με τον εαυτό του η επόμενη σκέψη μου είναι “κι εγώ στα 54 μου, τριάντα χρόνια τώρα πελεκώντας πέτρες στα βουνά και γυρνώντας στις πολεοδομίες δεν μπορώ ούτε διαφημιστικό φυλλάδιο να εκδώσω”. Και φυσικά αναφερόμαστε στην Ιταλία, όχι στο… Σαν Μαρίνο, όπου και εκεί το να εκδώσεις δική σου εφημερίδα αποτελεί επίσης εξαιρετικά δύσκολο έργο.

Τι δεν κάνω λοιπόν σωστά; Είπαμε η καταραμένη σύγκριση.

Αυτό συμβαίνει πολύ συχνά διαβάζοντας ειδήσεις, βιογραφίες, γεγονότα. Ένα ρήμα σου ξετινάζει τον εγκέφαλο. Μελετώντας τον Χίτλερ τα πράγματα περιπλέκονται ακόμα περισσότερο, διότι εκεί τα μεγέθη πολλαπλασιάζονται.

Και ανάφερα εντελώς τυπικά δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα, τα οποία έχω στο μυαλό μου αφού αυτές τις ημέρες το “σούβλισα” (και το έκαψα) στην σκέψη και μελέτη.

Τι συμβαίνει λοιπόν;

Αυτή είναι μία μορφή ύπουλης γραφής, η οποία γίνεται είτε ακουσίως είτε εκουσίως. Είτε δεν είναι γνωστά είτε αποκρύπτονται κάποια επεξηγηματικά σχόλια, τα οποία κάνουν και την τεράστια διαφορά.

Η πρόταση για τον Μουσσολίνι περιγράφει τι συνέβη μετά την “ίδρυση” της εφημερίδας, δηλαδή τη θέση, την οποία έλαβε για την συμμετοχή της Ιταλίας στον πόλεμο, αλλά λείπει η φράση, πως η “Πόπολο ντ΄ Ιτάλια” ιδρύθηκε με 100,000 μυστηριώδεις χρυσές λίρες, οι οποίες έφθασαν από την Γαλλία!

Λείπουν επίσης για τον Χίτλερ οι φράσεις του τύπου, πως το 1920 έλαβε 10,000 μάρκα από τον Σάξονα βιομήχανο Ρ. Γκούντμαν (της εταιρείας των Αδελφών Κλίγκε της Δρέσδης), όπως και τα 1000 δολάρια το 1923 από τον Πούτσι Χανφστάϊγκλ, τα 45,000 μάρκα μαζί με μία Μερσεντές 26,000 μάρκων από τον Έλενα Μπέχστάϊν και το 1932 τα 250,000 μάρκα της περιβόητης Φάρμπεν των στρατοπέδων συγκέντρωσης.

Παρεμπιπτόντως η Έλενα Μπεχστάϊν (των γνωστών πιάνων) ήταν μία άκρως φανατική ναζίστρια και αντισημίτρια και σίγουρα εξαιρετικά διορατική επιχειρηματίας, καθότι διέβλεψε από πολύ νωρίς την λαμπρή συνέχεια του προστατευόμενου της. Μάλιστα και αυτή χρηματοδότησε τον Λαϊκό Παρατηρητή, την ναζιστική εφημερίδα του Χίτλερ. Βέβαια δεν πρόβλεψε και το τέλος του, αλλά πατήστε ένα πλήκτρο του ντο σε ένα πιάνο της να της περάσει, (πέθανε το 1951).

Βλέπετε λοιπόν, πως πάντα “κάτι λείπει” από τις ουσιαστικές ειδήσεις και αυτό, το οποίο λείπει είναι και το σημαντικότερο. Και αυτό, το οποίο λείπει είναι και εκείνο, το οποίο σου προκαλεί τις μεγαλύτερες απορίες αλλά δεν τολμάς να ρωτήσεις τον εαυτό σου, διότι εκεί θα πρέπει να κάνεις και μία σκέψη, όπως η αρχική δική μου. Μία σκέψη σύγκρισης, η οποία, εάν δεν γνωρίζεις το “αυτό”, το οποίο λείπει, σε ξετινάζει ψυχολογικά.

Όσο περισσότερο άβολα νοιώθεις με αυτές τις ευνόητες απορίες σου, τόσο πιθανότερο είναι να κρύβεται κάτι ιδιαιτέρως πονηρό. Και αυτό είναι ένα αλάνθαστο κριτήριο αξιολόγησης των ειδήσεων και των γεγονότων.

Η Ελλάς βρίθει με αυτού του είδους ειδήσεις. Και μην είστε και τόσο σίγουροι πως γνωρίζετε το που, το πώς και το γιατί. Αυτό είναι το κακό το νέο.

Να μην είστε επίσης και καθόλου σίγουροι ότι επιτυγχάνουν και τελικά τον σκοπό τους, ασχέτως εάν πολλές φορές προκαλούν αμέτρητο πόνο και δυστυχία σε εκατομμύρια ανθρώπους. Αυτό είναι το καλό νέο (το ότι δεν πετυχαίνουν, όχι η δυστυχία).

Χαρακτηριστικά αναφέρω και κλείνω, την δωροδοκία του Γαλλικού τύπου πριν από τον Α’ ΠΠ, ώστε να μεταβληθεί η φιλειρηνική ψυχική διάθεσις του Γαλλικού λαού από Ρωσσικά (τσαρικά τότε συμφέροντα). Στο τέλος του 1913 αναφέρεται σε σημείωμα του Αλεξάνδρου Ραφαήλοβιτς, του Ρώσσου οικονομικού πληρεξουσίου στο Παρίσι πως μέχρι τότε είχαν δοθεί για τον σκοπό αυτό άνω των 400,000 χρυσών φράγκων!

Τελικά πήγαν χαμένα, αφού όπως προείπα προκάλεσαν τεράστια δυστυχία, διότι η Ρωσσία και έχασε αλλά και τελειώνοντας ο πόλεμος δεν είχε ούτε καν… Τσάρο.

Μην ξεχνάτε: Η δύναμις του μυαλού κατανικά την δύναμη των χρημάτων.

Το τελευταίο κρατήστε το.