Τρούμπα  ‘67 (Λίγες Σκέψεις Ακόμα)

Αναφέρθηκα προηγουμένως για την συγκεκριμένη ταινία. Με αφορμή μία συζήτηση σήμερα με ένα πολύ καλό μου φίλο θα ήθελα να σας μεταφέρω και κάποιες ακόμα σκέψεις.

Στην υπόθεση ένας φτωχός λιμενοφύλακας (ο Γιώργος Φούντας) ερωτεύεται μία αρτίστα σε νυχτερινό μαγαζί (λέμε τώρα) Της Τρούμπας. Η Ρίτα (Καίτη Θεοχάρη, η οποία συναγωνιζόταν τη Ζέτα Αποστόλου στα… γυμνά την εποχή εκείνη) αψηφά πολύ εύκολα το αφεντικό και αγαπητικό της (Γιώργος Μούτσιος, ποιος άλλος) και πηγαίνει μαζί του. Ο σεναριογράφος μας δείχνει μία εικόνα ενός τίμιου, εργαζόμενου ανθρώπου, τον οποίον συμπαθούμε από την αρχή, αφού επιθυμεί να τραβήξει από το βούρκο της αμαρτίας τη Ρίτα και να ζήσει μαζί της μια έντιμη ζωή.

Αλλά –προσέξτε εδώ- ένα βράδυ, όπου… κοιμόταν (νυχτοφύλακας, ο οποίος κοιμάται;) αντιλαμβάνεται έναν κακοποιό, ο οποίος ανοίγει ένα κιβώτιο για να πάρει τα χρήματα μίας παράνομης συναλλαγής λαθρεμπορίας ναρκωτικών, του… αφεντικού της Ρίτας (φοβερή σύμπτωση, αλλά αυτός φυσικά δεν τα γνωρίζει). Και όπως είναι φτωχός πλην… τίμιος εκμεταλλεύεται την ευκαιρία και παίρνει τα μισά από τον κακοποιό εκβιάζοντάς τον! Ούτε λόγος να σκεφτεί να τον παραδώσει στην  αστυνομία για να αποκαλυφθεί το εμπόριο θανάτου!

Εν τω μεταξύ το αφεντικό της Ρίτας, την επισκέπτεται στο σπίτι του Φούντα και την πείθει (πολύ εύκολα) να “εξυπηρετήσει” έναν πελάτη του· και η Ρίτα δέχεται (για τα χρήματα και την καλή ζωή), αλλά ενώ κάνει έρωτα με το μαφιόζο το μυαλό της τρέχει στο ρομαντικό Φούντα· μάλιστα τη δείχνει ο σκηνοθέτης να είναι… ψυχρή, υπονοώντας ότι, ό,τι γίνεται , γίνεται παρά τη θέλησή της (μπορεί και αυτό, αλλά είναι σαχλός ο τρόπος με τον οποίον μας το δείχνει).

Πλούσιος πλέον ο Φούντας επιστρέφει με τα υφαρπαγμένα 100,000 δολάρια (!) σπίτι και δεν την βρίσκει, ενώ βλέπει τη γόπα του πούρου του Μούτσιου στο τασάκι. Και τη διώχνει συντετριμμένος, τώρα μάλιστα που έχει χρήματα και θα μπορούσε να της προσφέρει μια άνετη ζωή!

Αυτή επιστρέφει ταπεινωμένη και ζητά συγγνώμη από όλους στο μαγαζί για να συνεχίσει την προηγούμενη ζωή της.

Η συνέχεια είναι αμίμητη και δεν θα συνεχίσω.

Ο σεναριογράφος (συγγραφέας) όταν δημιουργεί χαρακτήρες, δημιουργεί ανθρώπους και όχι φανταστικά υποκείμενα. Και αυτούς τους ανθρώπους, τους οποίους δημιουργεί οφείλει να τους σέβεται, σύμφωνα με το ποιόν τους. Και τον χειρότερο χαρακτήρα να έχεις δημιουργήσει πρέπει να τον σέβεσαι, σύμφωνα με τη δομή του και να μην τον εξευτελίζεις και μαζί μ΄ αυτόν  κάθε αρχή.

Διότι τον Φούντα τον έλιωσε από κάθε άποψη παραπλανώντας εμάς τους θεατές, οι οποίοι στην αρχή τον συμπαθήσαμε ενώ είδαμε στη συνέχεια πως δεν διέφερε ουσιαστικά από τα καθάρματα. Όχι! Δεν θα κοιμόταν ένας νυχτοφύλακας (εξευτελίζει και αυτή την εργασία) ούτε θα εκμεταλλευόταν την περίσταση (άρα υπονοεί ότι όλοι είναι το ίδιο, αρκεί να βρεθούν στις κατάλληλες συνθήκες). Και δεν δικαιολογείται αυτό όταν προηγουμένως δείχνει τις παλάμες του στη Ρίτα λέγοντάς της πως είναι η δύναμις του και η ασφάλειά της!

Τη Ρίτα τη μεταχειρίζεται επίσης με απίστευτη ασέβεια. Την δείχνει πουλημένη πόρνη, μετά επαναστατημένη και μεταμελημένη νοικοκυρά, μετά πάλι χωρίς χαρακτήρα, μετά την ταπεινώνει, μετά να νταραβερίζεται με έναν τραμπούκο του αφεντικού και αγαπητικού της και τελικά τι είναι πραγματικά απ΄ όλα αυτά; Έχουμε χάσει κάθε σταθερό σημείο αναφοράς. Και το απαύγασμα είναι “πού πας μωρή καρι@λα, αφού για τα χρήματα και την άνετη ζωή ξεπουλιέσαι και εδώ θα γυρίσεις πάλι”. Άρα, όσες είστε εδώ… μείνετε στο βούρκο! Ωραίο μήνυμα!

Και στη συνέχεια και ο “καλός” ο Φούντας πάλι την εξευτελίζει ζητώντας να την έχει ως… πελάτης, αφού τώρα κρατά 100 χιλιάρικα από τον προηγούμενο εκβιασμό. Εντάξει! Το καταλάβαμε πως με το χρήμα αγοράζεις τα πάντα!

Το δε αφεντικό της νύχτας το δείχνει σαν έναν… διαπραγματευτή αλλά όχι και τόσο καθοίκι  {[μεσν. <καθ– (<κατα-) + –οίκι<οίκος] κατά Τριανταφυλλίδη} με την έννοια ότι… συζητούσε και είχε και διαπραγματευτικές ικανότητες, ενώ… σκεφτόταν τι θα αποφασίσει. Χμ… Μάλλον ο συγγραφέας δεν είχε συναντήσει ανθρώπους της νύχτας, οι οποίοι πρώτα χάραζαν ή πυροβολούσαν και μετά επέβαλλαν και ποτέ δεν συζητούσαν! Εάν άφηναν οι προαγωγοί τόσο εύκολα να ξεφύγεις τότε η Τρούμπα θα είχε… κοινωνικοποιηθεί!

Οι 147.502 θεατές (από εισιτήρια) και άλλοι τόσοι και περισσότεροι στη συνέχεια αυτά αντιλαμβάνονται και θεωρητικά φεύγουν από την αίθουσα πολύ χειρότεροι απ΄ όσο ήταν όταν μπήκαν.

Η Ρίτα στο τέλος σε μία βλακώδη σκηνή σκοτώνεται και μένουμε εμείς να κάνουμε τον επικήδειο της απέραντης γελοιότητας.