Το Περιδέραιο Μίας Βασίλισσας Χωρίς… Κεφάλι

Η Υπόθεση του Περιδέραιου της Βασίλισσας αποτελεί ίσως το μεγαλύτερο σκάνδαλο όλων των εποχών. Σκάνδαλα κατά καιρούς προκύπτουν παντού, αλλά λίγα έχουν κοσμοϊστορικές συνέπειες και σε βάθος χρόνου. Ωστόσο αυτή η υπόθεση δεν ήταν παρά μία απάτη, η οποία είχε πολλές κινηματογραφικές πρωτοτυπίες αλλά ουσιαστικά βασίστηκε στην κατάχρηση εμπιστοσύνης, στην ελαφρότητα και την αφέλεια. Σίγουρα όμως και στην απληστία.

Η ιστορία έχει ως εξής:

Δύο Γάλλοι κοσμηματοπώλες ο Μπωμέρ και ο Μπασσάνζ συνεργάστηκαν για πολλά χρόνια προκειμένου να συγκεντρώσουν μία εξαιρετικά πολύτιμη και μοναδική συλλογή διαμαντιών. Σχεδόν χρεοκόπησαν για αυτό το έργο τους. Με τα διαμάντια κατασκεύασαν ένα περιδέραιο τεράστιας αξίας, το οποίο ήλπιζαν πως θα πωλούσαν στον Λουδοβίκο ΙΕ (15ο) προκειμένου αυτός να το χαρίσει στην ερωμένη του Μαντάμ Ντυμπαρύ. Καθόλου πρωτότυπο αυτό και καθόλου πρωτότυπο ο βασιλιάς να ξοδεύει για τις ερωμένες του. Και καθόλου κακό το σκεπτικό των κοσμηματοπωλών, οι οποίοι σοφά επένδυσαν στο (να μην το αναφέρω ακριβώς) της εν λόγω Μαντάμ.

Αλλά καθόλου πρωτότυπο επίσης να επέμβει ο… θάνατος (ο Λουδοβίκος πέθανε) και ως εκ τούτου οι κοσμηματοπώλες έμειναν με το περιδέραιο στο χέρι.

Προσπάθησαν να το πουλήσουν στην ελαφρόμυαλη Μαρία Αντουανέττα (την σύζυγο του επόμενου βασιλέως Λουδοβίκου ΙΣΤ΄), η οποία όμως αν και σίγουρα θα το ζήλεψε και ξόδευε και αλόγιστα το θεώρησε πολύ ακριβό ακόμα και γι΄ αυτήν. Την ίδια γνώμη είχαν και στην Αυλή της Ισπανίας, οπότε η επένδυσή τους κινδύνευε να τιναχτεί στον αέρα, μαζί και αυτοί.

Μία όμως απατεώνισσα, η κόμισσα ντε Λα Μοτ είχε μεγαλύτερη φαντασία και ευστροφία, διότι και αυτή αποφάσισε πως ήθελε να αποκτήσει πάση θυσία το αμύθητης αξίας περιδέραιο. Αν και παντρεμένη με έναν αξιωματικό της χωροφυλακής, ο οποίος ήταν και συνεργάτης της δεν δίστασε να προσεγγίσει τους κατάλληλους άνδρες με όχι και τόσο ηθικές προθέσεις προκειμένου να επιτύχει το στόχο της. Ένας εξ΄ αυτών ήταν ο Καρδινάλιος ντε Ροάν, ο οποίος είχε τότε μεγάλο καημό, διότι όντας πρέσβης της Γαλλίας στην Βιέννη με την επιδεικτική κοσμικότητά του και την ελαφρότητά του είχε υποπέσει σε δυσμένεια. Η αυτοκράτειρα Μαρία Θηρεσία της Αυστρίας ήταν μητέρα της Μαρίας Αντουανέττας και οι ανοησίες του ντε Ροάν είχαν μεταφερθεί μέσω της ασφαλέστερης οδού (μαμάς προς κόρη).

Όσο μεγάλο καημό όμως είχε να αποκαταστήσει τις σχέσεις του με την βασίλισσα (την Αντουανέττα) άλλο τόσο πλούτο διέθετε. Αλλά το μυαλό του παρέμενε σταθερά σε πολύ χαμηλά επίπεδα. Με έναν μυθιστορηματικό τρόπο, η κόμισσα αφού έγινε ερωμένη του, τον έπεισε να την δανείζει (προφανώς) και επιπλέον τον έπεισε πως θα μεσολαβούσε μεταξύ αυτού και της βασίλισσας προκειμένου να τον επαναφέρει στην ευμένεια της.

Για τον σκοπό αυτό (εδώ είναι το κινηματογραφικό στοιχείο) προσέλαβε μία πόρνη, η οποία έμοιαζε με την Μαρία Αντουανέττα και μέσα στα σκοτάδια τον έκανε να πιστέψει πως ήλθε να τον συναντήσει κρυφά για να μην εκτεθεί. Ο καρδινάλιος το πίστεψε (νύχτα ήταν εξ΄ άλλου και δεν έβλεπε καλά) και τότε η ντε Λα Μοτ έθεσε σε εφαρμογή το β΄ μέρος του ευφυούς σχεδίου της.

Επισκέφθηκε τους κοσμηματοπώλες και τους ενημέρωσε πως η βασίλισσα είχε μπει σε πειρασμό και θα αγόραζε το κόσμημα, αλλά για να μην προκαλέσει το κοινό αίσθημα θα το έκανε μέσω ενός δικού της ανθρώπου. Ο άνθρωπος αυτός ήταν ο καρδινάλιος.

Ελπίζω να μην έχετε “χαθεί” μέχρι σε αυτό το σημείο.

Ωστόσο επειδή το τίμημα ήταν τεράστιο η αγορά θα γινόταν σε εξαμηνιαίες δόσεις και φυσικά την πρώτη δόση θα την δανειζόταν από τον φίλο της πλέον καρδινάλιο, ο οποίος ήταν τόσο χαρούμενος για την επανασύνδεση. Η βασίλισσα εν τω μεταξύ δεν είχε ιδέα από όλα αυτά. Οι κοσμηματοπώλες δεν είχαν και πολλές επιλογές ενώ ο πόθος της πώλησης ήταν βαθύς, ο καρδινάλιος είχε τα χρήματα και η κόμισσα ντε Λα Μότ πλέον το περιδέραιο!

Βέβαια επειδή υπήρχε και πλαστογραφία η αγοραπωλησία έγινε χωρίς καμία προκαταβολή, διότι και οι κοσμηματοπώλες εξαπατήθηκαν από μία επιστολή δήθεν της Αντουανέττας. Και μέσα σε ελάχιστο χρόνο το κόσμημα ήταν στα χέρια των απατεώνων, ενώ ο σύζυγος έφευγε αμέσως για το Λονδίνο αφού το… λεηλάτησε, ώστε να ξεκολλήσει τα διαμάντια με ένα μαχαίρι για να τα πουλήσει.

Τώρα εδώ υπάρχουν πολλές λεπτομέρειες, τις οποίες επιγραμματικά αναφέρω. Οι τιμές, τις οποίες ζήτησε ο αξιωματικός ήταν εξευτελιστικές και οι κοσμηματοπώλες του Λονδίνου ειδοποίησαν την αστυνομία, αλλά κλοπή δεν είχε καταγγελθεί ούτε εκεί αλλά ούτε και στην Γαλλία. Η ημερομηνία για την πρώτη δόση πλησίαζε και ο Μπομέρ συνάντησε τη βασίλισσα και επειδή ντρεπόταν να της μιλήσει της έδωσε ένα σημείωμα υπενθύμισης, το οποίο όμως η Αντουανέττα δεν το κατάλαβε και το έσκισε, η ημερομηνία της δόσης πλησίαζε και ο καρδινάλιος δεν είχε ιδέα κι αυτός και τελικά η ίδια η ντε Λα Μοτ επισκέφθηκε τους κοσμηματοπώλες να τους ενημερώσει πως … εξαπατήθηκαν από τον προστάτη της (απίστευτο θράσος και ήθος)!

Ο τρελαμένος Μπασσάνζ πήγε αμέσως στις Βερσαλλίες και τότε αποκαλύφθηκε το όλο σκηνικό. Οι απατεώνες εν τω μεταξύ πρόλαβαν και κατασπατάλησαν μεγάλο μέρος των εσόδων από τις πωλήσεις. Καταδικάστηκαν κάποιοι μεταξύ αυτών και η κόμισσα, η οποία παρ΄ όλα αυτά δραπέτευσε και πέθανε το 1791 στο Λονδίνο μαζί με τον φυγόδικο σύζυγό της αφού όμως προηγουμένως δημοσίευσε την βιογραφία της με υβριστικά και δυσφημιστικά σχόλια για την πρώην βασίλισσά της.

Ποιος πλήρωσε τελικά το μεγαλύτερο τίμημα;

Μα η ίδια η Μαρία Αντουανέττα, διότι δεν έγινε πιστευτό το γεγονός ότι όλα είχαν γίνει εν αγνοία της και αυτή η υπόθεση του περιδεραίου ήταν μία σπουδαία αφορμή (εννοώ σαν γεγονός, δεν αναφέρομαι στην εξαθλίωση του λαού) για την Γαλλική Επανάσταση του 1789. Τα περιγραφόμενα γεγονότα συνήφθησαν μόλις το 1784-85.
Και το περιδέραιο κανείς δεν το χάρηκε, αφού όλοι έχασαν εκτός από εκείνους, οι οποίοι αγόρασαν πάμφθηνα τα πολύτιμα διαμάντια του ενώ η βασίλισσα επειδή αγνόησε ένα γραπτό μήνυμα έχασε και το κεφάλι της.

Πρώτο συμπέρασμα: από τους απατεώνες τίποτα καλό δεν μπορεί να προκύψει. Ίσως μόνο οι κοινωνίες ωφελούνται, διότι το περιδέραιο της βασίλισσας συνέτεινε στην Γαλλική Επανάσταση, η οποία αποτελεί σε κάθε περίπτωση έναν φάρο για την ανθρωπότητα.

Δεύτερο συμπέρασμα: και οι απατεώνες φαίνεται είναι πολύ χρήσιμοι για τις κοινωνίες, αλλά όχι για όσους εμπλέκονται μαζί τους.

Τρίτο συμπέρασμα: διαβάζετε τα σημειώματα και τα μηνύματα, αλλά μην πιστεύετε πάντα ό,τι διαβάζετε.