Κιότεψε…

Μια από τις ισχυρότερες αν και όχι και τόσο εύηχες λέξεις της Ελληνικής γλώσσας, η οποία όμως δεν είναι… Ελληνική! Προέρχεται από την Τουρκική λέξη kötü, η οποία αντιστοιχεί στο κιοτής ίσον δειλός. Υπάρχουν ωστόσο πολύ καλύτερες Ελληνικές, όπως το ορρωδώ (λιποψυχώ, ατολμώ) αλλά η έκφραση κιότεψε είναι χαρακτηριστική.

Γιατί όμως χρησιμοποιείται τόσο συχνά αυτή η συγκεκριμένη λέξη και όχι οι άλλες; Μία αυθαίρετη δική μου ερμηνεία είναι πως επειδή εμπρός στον Τούρκο κατακτητή ο φόβος πολλαπλασιαζόταν κρίθηκε από τη λαϊκή σοφία, πως μόνο μία Τουρκική λέξη θα μπορούσε να τον περιγράψει. Επιπλέον η αίσθηση του ανήμπορου εμπρός στον ισχυρότερο της έδινε και μία δικαιολογία. Πως θα αντιμετωπίσεις την Τουρκική χατζάρα χωρίς όπλα; Άρα η δειλία κατά κάποιον τρόπο εξορθολογίστηκε.

Και τελικά τι έμεινε από όλα αυτά;

Η λέξη και η σημασία της. Μόλις την αφαιρέσετε και από το λεξιλόγιό σας θα κατανοήσετε πλήρως τη σχέση εξουσιαζόμενου και εξουσιαστή. Μια λέξη δρόμος είναι για να κάνετε τη διαφορά… Μην κιοτέψετε!