ΘΝΗΤΟΙ ΤΟΙΣ ΑΘΑΝΑΤΟΙΣ ΓΟΝΥ ΚΛΙΝΑΤΕ

Στην κάννη ενός πυροβόλου έξω από το Μουσείο του Σαρανταπόρου είναι χαραγμένη αυτή η φράση, για την οποίαν δεν νομίζω πως χρειάζεται μετάφραση. Στο ιστορικό χωριό Σαραντάπορο του Νομού Λαρίσης διεξήχθη στις 9 Οκτωβρίου του 1912 η πρώτη σπουδαία μάχη του Ελληνικού Στρατού εναντίον των Τούρκων (Οθωμανικής τότε Αυτοκρατορίας). Η νικηφόρα αυτή μάχη οδήγησε στην απελευθέρωση της Μακεδονίας και τον πολλαπλασιασμό των εδαφών της Ελλάδας.

Μου έκανε μεγάλη εντύπωση αυτό το ρητό όταν το διάβασα και αναλογίστηκα πως μία κοινωνία για να είναι “ζωντανή” οφείλει να έχει στραμμένο το βλέμμα της στους… νεκρούς της. Και νεκροί δεν είναι μόνο οι πεσόντες στις μάχες αλλά κάθε ένας προηγούμενος από εμάς. Οι γονείς μας, τ’ αδέλφια μας, τα παιδιά μας (η θλιβερότερη μορφή απώλειας)  και βεβαίως οι πολεμιστές. Μου φάνηκε μάλιστα οξύμωρο πως υπήρχε στην κάννη ενός κανονιού, η οβίδα του οποίου μετατρέπει έναν άνθρωπο από ζωντανό σε νεκρό αυτή η φράση. Η οποία φυσικά αναφέρεται στους “δικούς” μας νεκρούς και όχι στους… “άλλους”, ασχέτως αν και οι “άλλοι” είναι εξ΄ ίσου άνθρωποι όπως και εμείς.

Θυμηθείτε οι μεγαλύτεροι τον εαυτό σας όταν περπατούσατε πριν από 20-30 χρόνια στις λαϊκές… Γέροι και γριές λικνιζόμενοι υπό το βάρος των χρόνων της ζωής τους, με τα μπαστούνια τους και με μία μικρή σακούλα με ελάχιστα τρόφιμα πρώτης ανάγκης ήταν η συνήθης εικόνα. Κι όμως αυτοί οι άνθρωποι ήταν εκείνοι, οι οποίοι έφεραν το βάρος μιας καταστροφής, της Κατοχής, εμφυλίων και τόσων άλλων κακουχιών· και βλέπατε την ζ ω ν τ α ν ή  τους εκδοχή, διότι κάποιοι εντελώς παρόμοιοι δεν ήταν εκεί εξ’ αιτίας των προηγουμένων καταστάσεων.

Κι ακόμα περνώντας  δίπλα από το πεδίο μάχης του Σαρανταπόρου με την άνεση του σήμερα σκέφτεσαι πως κάποιοι πέθαναν πολεμώντας για να μπορείς εσύ να απολαύσεις το τοπίο και να προχωρήσεις βόρεια. Και δεν αντιλέγω. Πολλοί βρέθηκαν στην θέση αυτή και δεν σημαίνει πως κατ΄ ανάγκην το επέλεξαν. Μπορεί και να φοβούνταν (σίγουρο αυτό) αλλά μία οβίδα ήταν αρκετή να τους κομματιάσει. Δεν έχει σημασία εάν ήταν ήρωες με την έννοια του όρου αλλά σίγουρα έγιναν νεκροί. Και έλειπαν από τη χαρά και τη μέθη της νίκης.

Και κάθε λαός και κάθε κοινωνία δεν θα πρέπει να το ξεχνά αυτό. Το να εστιάζεις μόνο στη ζωή ξεχνώντας το θάνατο είναι πολύ επικίνδυνο. Διότι δεν εκφράζει απαισιοδοξία αλλά αντιθέτως παρέχει ένα σπουδαίο ή μάλλον το σπουδαιότερο κίνητρο για να ζεις.

Οπότε ας γονατίζουμε σε εκείνους, οι οποίοι με τον θάνατό τους κατέστησαν αθάνατοι, όπως θα γίνει και με εμάς, όταν έλθει η σειρά μας.