Άμμος στα Μάτια μου

Ο ήλιος με χτυπάει αλύπητα. Ο ιδρώτας τρέχει από το πρόσωπό μου ποτάμι. Τα σκαμπανεβάσματα του βαδίσματος της καμήλας δημιουργούν μεθυστική αίσθηση. Η άμμος νοιώθω πως καίει. Πριν λίγο στο φλασκί μου πρόσεξα πως είχε απομείνει παρά μια γουλιά πολύτιμο υγρό της ερήμου, το νερό.

Δεν είναι παρά λίγες ημέρες όταν ήμουν δίπλα στο Χείλο και φρόντιζα το χωράφι μου. Τίποτα σπουδαίο, αλλά είχα λίγο νερό να πιώ και μια χούφτα σιτάρι. Και μία δικιά μου καλύβα.  Ήμουν ελεύθερος να κάνω ό,τι ήθελα, εκτός βέβαια από το να δίνω σχεδόν ολόκληρο το βιός μου στον Καραώ, (τον άρχοντά μας) και να μην θίξω τους αξιωματούχους του. Ήταν και οι εισπράκτορες του σιταριού, οι οποίοι με τόση χάρη με μαστίγωναν να μην ξεχνιέμαι και αυτό μου έδινε σφρίγος και υγεία. Απαγορευόταν αυστηρά μόνο να φτιάχνω φύλλα από παπύρους. Μόνο οι ιερείς των καναλιών του Χείλου είχαν αυτό το δικαίωμα και μόνο αυτοί μπορούσαν να γράψουν σε αυτούς.

Όλα ήταν τόσο όμορφα ώσπου εμφανίστηκε εκείνο το σκαθάρι με σχήμα κορώνας στο κεφάλι του. Το ονόμασαν κορωνο-σκαθάρι. Δεν ήταν σαν τα άλλα. Ήταν πολύ μικρό και πήγαινε και κρυβόταν στο αυτί σου. Και τι έκανε εκεί; Μίλαγε· και τι έλεγε; “Είσαι άνθρωπος και είσαι θνητός”. Τίποτα άλλο. Αλλά το έλεγε τόσο επίμονα, ώστε γινόταν κάτι περισσότερο από ανυπόφορο. Στην αρχή δεν το καταλάβαινες γιατί μίλαγε ψιθυριστά, αλλά μετά δυνάμωνε.

Έδιναν όλα τους τα πλούτη να διώξουν το σκαθάρι αλλά αυτό τίποτα. Τότε ο Καραώ αποφάσισε να μας αφήσει να φύγουμε. Δεν μπορούσε να μας ταΐζει άλλο. Και τώρα μόνος στην έρημο κάτι ημέρες χωρίς ελπίδα.

Α! Κάπου μακριά βλέπω μια σκηνή και μου κάνουν νόημα! Επιτέλους! Είναι άνθρωποι του Καραώ! Τα νέα είναι θαυμάσια μου λένε! Το κορωνο-σκαθάρι χάθηκε. Έπινε νερό από τον Χείλο και δηλητηριάστηκε. Είσαι ελεύθερος να γυρίσεις. Για ό,τι χάθηκε μη φοβάσαι. Θα  ρυθμίσουμε το σιτάρι, θα κρατήσουμε ενέχυρο την καλύβα σου και θα ξυπνάς μόνο δύο ώρες νωρίτερα από την ανατολή αντί για μία, ώστε να μην λείψει τίποτα του Καραώ μας.

Εξ΄ άλλου πρέπει να του χτίσουμε έναν κύβο, να μας προστατεύει και μετά το θάνατο του. Θα σου δώσουμε και νερό να επιστρέψεις, αλλά θα σου κοστίσει την καμήλα.

Τι ωραία! Θα επιστρέψω στον τόσο όμορφο κανονικό τρόπο ζωής μου! Αλλά αμέσως σκέφτηκα. Γιατί να το κάνω; Τώρα είμαι ελεύθερος με την καμήλα μου. Αύριο ούτε αυτή δεν θα έχω. Δίνω μία και αυτή αρχίζει να τρέχει. Πού πας φώναζαν; Δεν έχεις νερό, είναι έρημος και θα πεθάνεις. Ε Μ Ε Ι Σ  πώς θα ζήσουμε ΧΩΡΙΣ  Ε Σ Ε Ν Α ;

Ήδη ήμουν μακριά τους. Ο αέρας της ερήμου άρχισε να μου παίρνει τον ιδρώτα. Δεν γνώριζα εάν θα βρεθεί κάποια όαση ή εάν αντέξω. Αλλά πρώτη φορά ήμουν ελεύθερος να αποφασίσω ο ίδιος για εμένα. Με… κοίταξα και μονολόγησα:

Μαζί θα διασχίσουμε την απέραντη έρημο! Αυτή μου την απόφαση την ονόμασα Πάσχα!

http://www.pelop.gr/?page=article&DocID=572890&srv=28