Τα Σαγόνια της Μεσαίας Τάξης

Χθες Κυριακή απόγευμα ανοίγω μηχανικά την συσκευή της τηλεόρασης και πέφτω πάνω σε ένα… περισπούδαστο ρεπορτάζ ενός Αθηναϊκού καναλιού 5ης κατηγορίας για την μεσαία τάξη και πως ξεπουλά τα οικογενειακά κειμήλια της στα παλαιοπωλεία.

Όλοι σχεδόν αναφέρονταν με σχετική συμπάθεια εκτός από μία, η οποία δήλωσε: “τότε είχαν αυτοί, τώρα έχω εγώ”. Μία ωραία δήλωση, τυπική της νοοτροπίας της Ελληνικής κοινωνίας.

Προκειμένου να… ηρεμήσω αποφασίζω να παρακολουθήσω σε DVD μία ευχάριστη κινηματογραφική ταινία και επιλέγω τα… “Σαγόνια του Καρχαρία”. Την είχα πρωτοδεί μαζί με την μητέρα μου, όταν είχε κυκλοφορήσει στις αίθουσες. Μικρός πήγαινα σε κάθε ταινία. Εντάξει τρομακτική δεν αντιλέγω, αλλά μέχρι το καλοκαίρι θα την έχω ξεχάσει.

Η ταινία αυτή είναι μία πολύ κακή, ύπουλη και ανήθικη ταινία.

Κακή, διότι είναι απλά πολύ κακή, από κάθε άποψη. Εμπορικά ωστόσο εξαιρετικά επιτυχημένη, δείγμα πως η ποιότητα με το κέρδος δεν συμβαδίζουν πάντα.

Ύπουλη, διότι υπονοεί προεκτάσεις. Ο απλός καλός κόσμος, ο λαός της Αμερικής περιμένει το Σαββατοκύριακο να απολαύσει τη θάλασσα σε ένα τόσο ήρεμο νησί της Ανατολικής ακτής (όπου κείται η Νέα Υόρκη), αλλά ένας τρομερός εχθρός, αόρατος ουσιαστικά είναι έτοιμος να κατασπαράξει τους απλούς χαρούμενους πολίτες (βέβαια με λίγη προσοχή θα παρατηρήσει κάποιος και μία αριστοκρατική Rolls Royce να αποβιβάζεται από το ferry boat, άρα όχι και τόσο… λαϊκή).

Είναι ο ίδιος ύπουλος κρυφός εχθρός, ο οποίος ανά περίοδο αλλάζει όνομα και στυλ. Στην ταινία ήταν ένας λευκός καρχαρίας μήκους 7,5 μέτρων (γιατί συνάδελφε Στήβεν όχι οκτώ;) και βάρους 3 τόνων. Στήβεν είναι ο Σπήλμπεργκ, ο σκηνοθέτης της ταινίας.

Ανήθικη είναι διότι προσδίδει ανθρώπινες ιδιότητες και συμπεριφορά σε ένα πλάσμα της φύσης. Όσο τρομακτικός και φοβερός και εάν είναι ένας καρχαρίας δεν παύει να ακολουθεί τα ένστικτα της φύσης και όχι του ανθρώπου της σκέψης. Ο συγκεκριμένος όμως του Στήβεν σκέφτεται ανθρώπινα και αυτό τον καθιστά άκρως αποκρουστικό.

Κάπως ανάλογα με το σενάριο της ταινίας έχει αρχίσει μία συζήτηση για την μεσαία αστική τάξη στην Ελλάδα, η οποία σβήνει.

Και η μεσαία τάξη της Ελλάδας του σήμερα έχει τα ίδια χαρακτηριστικά και ιδιότητες με την άθλια ταινία του Στήβεν.

Είναι κατ’ αρχήν κακή η συζήτηση, διότι επαναφέρει το θέμα των τάξεων και του διαχωρισμού των ανθρώπων και του μίσους αναμεταξύ τους. Είναι άραγε καλή η εργατική τάξη; Είναι άραγε καλή η άρχουσα τάξη; Δεν υπάρχουν τάξεις. Υπάρχει ποιότητα Ανθρώπου (με Α) και αυτή είναι ανεξάρτητη από τον προσδιορισμό της. Μία συζήτηση μίσους, καμίας αξιολόγησης και ομαδοποίησης, τυπική των φασιστικών, ολοκληρωτικών καθεστώτων διαφθοράς συνειδήσεων και ήθους.

Είναι ύπουλη, διότι στοχοποιεί ομάδες. Άραγε οι αστυνομικοί, κατ΄εξοχήν φερόμενοι εκφραστές της κυβερνητικής εξουσίας προέρχονται από το Harvard ή το Yale; Απλά παιδιά φτωχών κατά κύριο λόγο οικογενειών είναι, τα οποία επέλεξαν αυτό το λειτούργημα. Από ποια “τάξη” ήταν; Μόνο ένα διεστραμμένο μυαλό συνέλαβε την ιδέα να είναι μόνο νομικοί του πανεπιστημίου και δημιούργησε την περιβόητη Γκεστάπο. Αυτή ναι ήταν μία ταξική αστυνομία. Και όμως με τον διαχωρισμό αυτόν μία επαγγελματική ιδιότητα μετατρέπεται σε ιδεολογία. Αυτό είναι ανάλογο των γιατρών με τα φακελάκια, των απατεώνων μηχανικών, των δικηγόρων λαμόγιων, της πονηρής μαστοράτζας κ.ο.κ.

Αθλιότητες.

Τέλος, είναι ανήθικη η συζήτηση, διότι προσδίδει γενικές ιδιότητες σε μία κατάσταση ανθρώπων. Διότι η μεσαία τάξη προσδιορίζεται μόνο ως εισόδημα και μία μορφή εργασίας Δεν είναι χειρώνακτες. Είναι κάποιας μόρφωσης και μίας καλής σχετικά ποιότητας στην κατοικία τους, στο αυτοκίνητό τους, στον τρόπο ζωής τους.

Για το Ελληνικό μυαλό όμως αυτό σημαίνει, ο δικηγόρος, ο οποίος εκμεταλλεύεται τον φτωχό πελάτη του, ο καταστηματάρχης, ο οποίος βάζει χέρι και όχι μόνον στην πωλήτρια, ο τσιφούτης ιδιοκτήτης του διαμερίσματος ή του ερειπίου, το οποίο ενοικιάζει και στις 5:00 το πρωί κάθε πρώτη του μηνός περιμένει για το ενοίκιο, ο έμπορος του μπουζουκιού, αλλά και ο κάθε συμβολαιογράφος με τον μικρόκοσμό του, όπου σθεναρά κρατά τη θέση του για την κόρη του ή τον γιο του. Φυσικά και ο δημόσιος υπάλληλος, ο οποίος ταλαιπωρεί τον απλό πολίτη και απαιτεί λάδι για να τρέξει τις υποθέσεις του.

Ενώ ο εργάτης με τα χέρια του και τον κόπο του αγωνίζεται με τα ελάχιστα μέσα να ζήσει την οικογένειά του και αποτελεί το θύμα των παραπάνω. Αυτός, όμως είναι εξ’ ορισμού ηθικός, κατά τον Στήβεν.

Αλλά δεν ενοχλεί καθόλου ο μεγαλοπαράγων έμπορος οπίου και ιδιοκτήτης της Ά ομάδας ποδοσφαίρου, ούτε ο πολιτικός οικογενείας, απόγονος των στρατηγών του Αλεξάνδρου, ούτε και ο καταφερτζής, ο οποίος με τον τρόπο του έγινε μάγκας και τα κατάφερε.

Να σας γράψω και το αστείο;

Εμένα προσωπικά η λέξη “μεσαία” μου την δίνει. Δεν γουστάρω το μέσο, αλλά τα άκρα. Η μεσαία τάξη στην Ελλάδα δεν είναι μεσαία. Είναι πολύ πιο κάτω. Διότι άνθρωποι του μεσαίου χώρου δεν έχουν κάτι σε κορυφαία ποσότητα.

Και το ακόμα πιο αστείο. Όλοι όσοι την πολεμούν προέρχονται από αυτήν. Και εκμεταλλεύονται τα στερεότυπα να υποδουλώσουν την εργατική. Αλλά επειδή ο κίνδυνος για την εξουσία τους μπορεί να προέλθει από αυτήν (την μεσαία) επιδιώκουν να τη καταστρέψουν (μην βρεθεί κάποιος καλύτερος τους, δηλαδή χειρότερος).

Αλλά υπάρχει και κάτι ακόμα. Τα σαγόνια του καρχαρία του Στήβεν, όσο τρομακτικά και να είναι έχουν ένα σπουδαίο χαρκτηριστικό, το οποίο μάλλον του διέφυγε:

Αγωνίζονται μέχρι τέλους και δεν εγκαταλείπουν. Ο λευκός καρχαρίας της ταινίας στο τέλος γίνεται κιμάς από έκρηξη. Αλλά δικαιώνει πλήρως τον ρόλο του ως λευκός καρχαρίας (στην ταινία είναι… γκρίζος).

Ενώ η λεγόμενη μεσαία αστική τάξη στην Ελλάδα την κοπάνησε. Και την κοπανάει συνέχεια. Και στοιχηματίζω τα… γκρίζα μου μαλλιά πως από τους 470 ή 480 χιλιάδες νέους μετανάστες το 90% προέρχεται από την λεγόμενη “μεσαία” τάξη.

Στήβεν κερδίζεις παντού!

Διορθώνω τον τίτλο:

Οι Μασέλες της Μεσαίας Τάξης.

Σημ. Ο πατέρας μου μέχρι τα 20 έτη του έβοσκε πρόβατα στο χωριό του. Προσδιορίσετε μου σε ποια τάξη ανήκω.